Faethoussa’s Weblog

Ἔπη ἔρποντά τε καὶ αἰνιττόμενα, νήπιά τε καὶ ἀφηρημένα καὶ ποτε πτερόντα.

Ποίηση για ζωάκια

Posted by faethoussa στο Μαρτίου 5, 2008

ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΖΩΑΚΙΑ: 

Σπίτι με Kήπον  Κρυμμένα 
 
Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.
Καβάφης
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
  

ΣκλαβιάΒλέπω στ’ αντικρινό μου παραθύρι

όσες φορές το μάτι μου στραφεί

μια γλάστρα στο πλατύ του ακουμπιστήρι

κι ένα κλουβί ψηλά στην κορυφή.

Στη γλάστρα ανθοβολούν χιονάτοι κρίνοι

κι αργοσαλεύουν φύλλα σπαθωτά

και στο κλουβί κλεισμένο καναρίνι

γλυκολαλεί κι ανήσυχο πετά.

Βλέπω το καναρίνι και τους κρίνους

κι άθελα νιώθω λύπη στην καρδιά.

Παίρνω τα κελαδήματα για θρήνους,

παίρνω για στεναγμούς την ευωδιά.

Φαντάζομαι στους κήπους τ΄άνθη τ’ άλλα

ελεύθερα ν΄ ανθίζουν, να μαδούν,

τα’ άλλα πουλιά στα δένδρα τα μεγάλα

ασκλάβωτα, τρελά να κελαδούν.

Φαντάζομαι και θλίβομαι κι ακόμα

νοιώθω, πως ειν` απάνθρωπη σκλαβιά

για τ’ άνθη οι γλάστρες με το λίγο χώμα,

για τα πουλιά τα ολόκλειστα κλουβιά.


Τα ζώα

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα,
μην τάχα σαν εμένα
κι εκείνα δεν πονούν;

Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δε θα τ’ αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.

Ακόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,

θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

Ιωάννης Πολέμης

Ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), θεωρούμενος σήμερα ελάσσων ποιητής της γενιάς του 1880, ήταν, το 1910, στην ηλικία των 48 ετών, ένας από τους καταξιωμένους και ιδιαίτερα αγαπητούς στο αναγνωστικό κοινό της εποχής ποιητές.

Απόσπασμα από το «Όπως σας αρέσει»
του Γουίλιαμ Σαίξπηρ

(O Duke Senior εξορίστηκε από τον κακό αδερφό του και ζει στο δάσος με τους κολλητούς του.)

 Duke Senior:
Eλάτε, πάμε να κυνηγήσουμε ελάφι για βραδυνό;
Αν και με στεναχωρεί που αυτά τα φτωχά αθώα πιτσιλωτά πλάσματα,
που είναι άλλωστε και οι ντόπιοι κάτοικοι αυτής της ερημωμένης πόλης,
Θα πρέπει να σκοτώνονται με τόξα:

Πρώτος Άρχοντας:
Πράγματι, κύριέ μου, ο μελαγχολικός Ζακ πενθεί με τέτοιους θανάτους. Ορκίζεται ότι αν σκοτώσετε ελάφι θα είστε χειρότερος σφετεριστής από τον αδερφό σας που σας εξόρισε από το θρόνο σας. Σήμερα ο Λόρδος Άμιενς και εγώ ακολουθήσαμε τον Ζακ. Τον είδαμε να είναι ξαπλωμένος σε ένα ποταμάκι κάτω από μια βελανιδιά της οποίας οι αρχαίες ρίζες έβγαιναν πάνω στη γη. Ένα φτωχό αρσενικό ελάφι που ήταν πληγωμένο από το βέλος ενός κυνηγού ήρθε να αναπαυθεί εκεί και βογγούσε τόσο βαριά που θα’λεγες ότι το δέρμα του θα έσκαγε από το τέντωμα. Μεγάλα, στρογγυλά δάκρυα έτρεχαν αξιολύπητα προς στη μύτη του αθώου ζώου. Το μαλλιαρό πλάσμα, που το παρακολουθούσε ο στεναχωρημένος Ζακ, κάθισε στην άκρη του ρυακιού, προσθέτοντας τα δικά του δάκρυα στο τρεχούμενο νερό.

Duke Senior: Και τι είπε ο Ζακ; Δεν βρήκε την ευκαιρία να βγάλει ηθικό δίδαγμα από αυτή τη σκηνή;

Πρώτος Άρχοντας:
Ω, ναι, δημιούργησε χιλιάδες συγκρίσεις. Πρώτα, μίλησε για του ελαφιού την άχρηστη προσθήκη (δακρύων) στην ποσότητα νερού του ποταμού. «Φτωχό ελάφι», είπε, «είσαι ακριβώς σαν ένας άνθρωπος: προσθέτεις κι άλλο σε εκείνο που είναι ήδη πάρα πολύ». Έπειτα, σχετικά με την μοναξιά του ελαφιού, καθώς τον εγκατέλειψαν οι βελούδινοι σύντροφοί του, είπε: «Είναι σωστό ένα άθλιο πλάσμα να απαλλάσσει τον εαυτό του από παρέες». Τότε, ένα κοπάδι ελαφιών, έχοντας μόλις βοσκήσει και φάει, προσπέρασαν αναπηδώντας χωρίς να σταματήσουν για να χαιρετήσουν τον πληγωμένο αδερφό τους. «Έτσι», είπε ο Ζακ, «εμπρός, βιαστείτε εσείς χοντροί και λιγδιασμένοι πολίτες. Γιατί να σταματήσετε και να κοιτάξετε αυτό εδώ το φτωχό και ξοφλημένο πλάσμα; Με αυτόν τον τρόπο, εισχώρησε με πολύ διορατικότητα στην καρδιά της χώρας, της πόλης, της αυλής, και ακόμη και των ζωών μας εδώ στο δάσος, βρίζοντας ότι είμαστε απλώς σφετεριστές και τύραννοι, φοβερίζοντας και σκοτώνοντας ζώα στο ίδιο τους το σπίτι. 

Λες ότι αγαπάς τα λουλούδια,
τα κόβεις.
Λες ότι αγαπάς τα ψάρια,
τα τρως.
Λες ότι αγαπάς τα ζώα
τα βάζεις στο κλουβί.   Όταν μου λες «σ’αγαπώ»  φοβάμαι…   

 Ζακ Πρεβέρ                                                             

 Αδέσποτη Μοναξιά

Ανοίγω τα μάτια
Και δεν ξέρω που είμαι
Φωνάζω, τσιρίζω, μα μάταια
Στην ερημιά μόνη μου είμαι..

Δεν μπορώ να σου πω
πως βρέθηκα εδώ
Τί έκανα; Πού έφτιαξα;
Γιατί το σπίτι μου έχασα.

Και τα μάτια έκλεισα
Δεν θα κρύψω πως έκλαψα
Παρακάλεσα τον χρόνο να γυρίσει πίσω
Εκεί που έμελλε την ζεστασιά ν’ αφήσω.

Ένα σπίτι θυμάμαι και ένα κουτί
Αγάπες και χάδια και μπόλικο φαΐ
Δυο χεράκια να μ’ αγκαλιάζουν, να με κρατάνε
Να με προσέχουν, να μ’ αγαπάνε.

Δεν μπορώ να σου πω
πως βρέθηκα εδώ
Τί έκανα; Πού έφταιξα;
Γιατί το σπίτι μου έχασα.

Φοβάμαι, κρυώνω, πεινάω
Θεέ μου, πόσο πονάω
Χιλιάδες βλέματα συνέχεια με κοιτάε
Με προσπερνάνε ή με χτυπάνε.

Τί σου έκανα; Γιατί με παράτησες;
Γιατί με άφησες; Γιατί με παράτησες;
Πού έφταιξα; Γιατί με παράτησες;

Δεν μπορώ να σου πω
Πως βρέθηκα εδώ
Τί έκανα; Πού έφταιξα;
Γιατί απ’ το σπίτι μου μ’ έδιωξαν.           

     Η ΓΑΤΑ ΨΙΨΗ

Εικόνα της υπομονής,
ήσυχη έξω απ’το τζάμι.
Περίμενε.
Ήξερε από ανθρώπους, τρυφερή.
Ηταν κάποιου γάτα, την άφησε,
ήρθε σε μας.
Μας χάρισε τέσσερα γατάκια.
Κρατήσαμε τον Μούψη.
Ύστερα, πάλι έγκυος!
Και πάλι έγκυος!

Τη βάλαμε στό πορτ-μπαγκάζ.
Την αφήσαμε σε μια μικρή πλατεία
στο Ψυχικό.
Φώναζε.
Έπειτα, πήγαμε εκδρομή.
Μια εκδρομή όλο σιωπές.
Το βράδυ δεν αντέξαμε.

Εικόνα της υπομονής,
ήσυχη στην πλατεία,
περίμενε.
Πήδηξε μόνη της στο πορτ-μπαγκάζ.

Κι από τότε είναι πάντα μαζί μας
η γάτα-Ψίψη,
η γάτα Τύψη.

                   ΓΑΤΟΣ ΚΡΟΥ

Οι άλλοι λένε μιάο,
νιάου, ρνιάρρ,
αυτός κάνει μόνο: «κρού».
Έναν ήχο σαν λυγμό, σαν κρώξιμο
μοναχικού πουλιού.

Είναι μοναχικός.
Θύμα της κακής αγάπης.
-Ωραία τα γατάκια μικρά, μα, σαν μεγαλώσουν…

Ετσι ο Κρού έμεινε ορφανός.
Οι άλλοι ζητιανεύουν φαΐ
αυτός, σπίτι.

Μπαίνει αθόρυβα, κρύβεται
κι όταν πλησιάζεις κάνει πως δεν υπάρχει.
«Δεν υπάρχω-δεν υπάρχω», λέει μέσα του
και κλείνει σφιχτά τα μάτια, να μην τον δεις.
Να μείνει στο σπίτι.
Στο σπίτι.

Είδα το Χαμένο Παράδεισο,
ένιωσα τη Νοσταλγία του Γυρισμού
στην αγωνία του Κρού
κάτω από τον καναπέ,
στην κραυγή του Κρού
όταν τον διώχνουν,
στη λαχτάρα του Κρού
όταν κοιτάει
το σπίτι.

Το βιβλίο των γάτων
Νίκος Δήμου
 

Ζώων  ζώντων  *               

 Kαλοί μου φίλοι 
η παρουσία σας
φέρνει   στην αυλή μου
την καλοσύνη του σύμπαντος.

  Η θλίψη  σας
μετρά
τον αδέσποτο δρόμο  μας
μέχρι να  συναντήσουμε
τη δωρεά σας . 

Η ευγνωμοσύνη σας  
νόμος
 γεμίζει την ποδιά μου
φωτεινά  αστέρια.

Στην άκρη του νέου κόσμου
θα γεννήσουμε
 κι εμείς
κάποτε
την  αγάπη σας.

* Ποίημα της  Φαέθουσας

 


Ελπίδες (ποίημα της Φαέθουσας).

Δημοσιεύθηκε από faethoussa στο Μαΐου 22, 2008

                                      Ελπίδες

 Όταν  ο κόσμος
του ανθρώπου
θα έχει  απωλεσθεί
όλες οι ελπίδες
για έναν νέο
θα  κρύβονται
στα μάτια των
αδέσποτων ζώων
που θα τριγυρνούν
κλαίγοντας ακόμα
για τους φίλους
που χάθηκαν.

 

 

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: