Faethoussa’s Weblog

Ἔπη ἔρποντά τε καὶ αἰνιττόμενα, νήπιά τε καὶ ἀφηρημένα καὶ ποτε πτερόντα.

Ήμαρτον!

Posted by faethoussa στο Μαρτίου 16, 2008

                                 

ΤΤο κείμενο που ακολουθεί είναι κατάλληλη κριτική για ενηλίκους. Είναι κριτική σστο πρώτο πεζό κείμενο του νέου σχολικού βιβλίου της Α΄ Τάξης του Γγυμνασίου.
Εενότητα: Άνθρωπος και φύση •Πόλη- Ύπαιθρος
τΤίτλος πεζογραφήματος: ‘Μανιτάρια στην πόλη’
§1.
σπορίων: δεν υπάρχει ο τύπος (Λεξικό Μπαμπινιώτη).
Αποκεί: δεν υπάρχει ως μία λέξη.
§2.
«πινακίδες, σηματοδότες…ερήμου»: το να ζει κάποιος στην πόλη ενός κόσμου καταναλωτικού και να απαξιώνει τις διαφημιστικές αφίσες, τις βιτρίνες και φωτεινές επιγραφές είναι μια στάση γενναία, μια στάση αντίστασης ιδεολογικής. Όμως το να απαξιώνει τις πινακίδες (εάν εννοούνται ως οδικές) και τους σηματοδότες, μπορεί να χαρακτηριστεί από αναρχοχαριτωμενάδα ως έλλειψη προσαρμοστικότητας και με ό,τι αυτά συνεπάγονται. «ένα φτερό που είχε μπλεχτεί στα κεραμίδια»: σκαλώσει ή πιαστεί ή παγιδευτεί, πάντως όχι μπλεχτεί (αλλά γι’ αυτό μικρό το κακό). «και να μη γίνει αντικείμενο στοχασμών»: στοχαστικός λοιπόν ο ήρωας, αν όχι φιλοσοφημένο άτομο, πάντως που φιλοσοφεί. (Ένα το κρατούμενο).  

«και τις αθλιότητες της ύπαρξής του»: τις υπαρξιακές του αθλιότητες. Υπαρξιακό πρόβλημα είναι ό,τι με κάνει να αναρωτιέμαι σχετικά με την ύπαρξή μου˙ δηλαδή γιατί γεννήθηκα, ποιος είμαι, τι ζητάω ως ύπαρξη από τη ζωή και την κοινωνία, τι ζητά από μένα η ζωή ή η κοινωνία… και διάφορα τέτοια. Υπαρξιακή αθλιότητα (φαντάζομαι ή προσπαθώ να εξηγήσω στον εαυτό μου ότι )είναι η αθλιότητα της ύπαρξής μου, ότι είμαι δηλαδή ως ύπαρξη ένα άθλιο ον δηλαδή ένα πλάσμα δυστυχισμένο ή αξιολύπητο ή φαύλο ή ελεεινό ή μηδαμινό ή ποταπό ή τιποτένιο. Κάτι από όλα αυτά είναι ο ήρωας (ΜΕΛ). (Δύο τα κρατούμενα).

 

 

  §3. «έτσι»: δηλαδή όντας ο Μαρκοβάλντο αχθοφόρος και τόσο ή άθλιος ή ελεεινός ή φαύλος ή μηδαμινός ή αξιολύπητος ή τιποτένιος ή δυστυχισμένος και στοχαστικός («και να μη γίνει αντικείμενο στοχασμών», §2) με τις αποκαλύψεις των εποχών («καθώς του αποκάλυπτε τις αλλαγές των εποχών» §2). 

  «εργαζόταν σαν αχθοφόρος»: δεν φτάνει στον συγγραφέα ή την μεταφράστρια (δεν γνωρίζω το πρωτότυπο) ότι μας σύστησε τον ήρωα μία φορά στην πρώτη παράγραφο. Θέλει και μια δεύτερη. Προσπαθήσαμε να δούμε αν η επανάληψη αυτή έχει ένα λειτουργικό ρόλο στο απόσπασμα, αλλά δεν τον βρήκαμε. Κάθε βοήθεια δεκτή. Και δεν φτάνει που δεν μπορούμε να βρούμε τον λειτουργικό- ερμηνευτικό- δραματικό κλπ. ρόλο αυτής της επανάληψης μας έρχεται το «σαν αχθοφόρος» κατακέφαλα.

 Και αναρωτιέμαι τι θα πει ένας καθηγητής σε έναν μαθητή που (μπορεί μία στις τόσες να συμβεί και αυτό) θα ρωτήσει γιατί σαν αχθοφόρος και όχι ως αχθοφόρος, που η κυρία του Δημοτικού σχολείου τους είχε κάνει του κόσμου τα παραδείγματα για τη διαφορά του ως και του σαν;   Με τέτοια κείμενα στο βιβλίο που τιτλοφορείται Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ή θα απαντήσουμε ως καθηγητές και θα πούμε στους μαθητές ότι το κείμενο είναι λάθος και ότι η μεταφράστρια μετέφρασε σαν μεταφράστρια και οι συγγραφείς του βιβλίου επέλεξαν το κείμενο σαν συγγραφείς ή θα απαντήσουμε σαν καθηγητές άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε… 

 

 § 4. « οπότε θα μπορούσε να περιμένει κάτι περισσότερο πέρα από την ωριαία αποζημίωση της συλλογικής σύμβασης, το επίδομα ακρίβειας, το οικογενειακό επίδομα και την αποζημίωση του ψωμιού»: και περισσότερο και πέρα! Μπόλικα πράγματα! Πλούσια σαν τα επιδόματα και τις αποζημιώσεις που θα πάρει ο Μαρκοβάλντο! Πού ζει ο αχθοφόρος Μαρκοβάλντο να πάμε και εμείς να γίνουμε αχθοφόροι και φιλοσοφημένοι και…υπεράνω χρημάτων και επιδομάτων! (Τρία τα κρατούμενα). 

 

 §5. «Στη δουλειά του ήταν πιο αφηρημένος απ’ ό,τι συνήθως˙ σκεφτόταν ότι όσο εκείνος καθόταν και ξεφόρτωνε δέματα και κιβώτια , τα μανιτάρια, που μόνο αυτός εγνώριζε την ύπαρξή τους, μεγάλωναν αργά και σιωπηλά, η πορώδης σάρκα…της γης»: η αλήθεια είναι ο κύριος Μαρκοβάλντο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα επαγγελματία. Στη δουλειά του είναι συνήθως αφηρημένος, και για να το πούμε λίγο λαϊκά και μετά συγχωρήσεως είναι τρία πουλάκια κάθονταν (τέταρτο το κρατούμενο). Αλλά αυτή τη μέρα που είναι συγκινημένος από τα σγρομπαλάκια στα πόδια του δέντρου (ωραία η έκφραση αυτή) που θα γίνουν σε λίγες μέρες μανιτάρια… ε! δικαιολογείται λίγη περισσότερη αφηρημάδα!
Οπότε ένας σωστός (σαν) καθηγητής εξηγεί στους μαθητές της Α΄ Γυμνασίου ότι δεν πειράζει να είναι γενικώς αφηρημένοι. Ας βρουν (όταν αποφοιτήσουν από γυμνάσιο λύκειο, πανεπιστήμιο) δουλειά κι ας είναι και αφηρημένοι. Κι αν για την αφηρημάδα τους φταίει η οικολογική τους ευαισθησία (πέμπτο κρατούμενο) δεν πειράζει καλό είναι αυτό. Θα το μοιράζονται με το αφεντικό τους. Γιατί πιο αφεντικό δεν έχει οικολογικές ευαισθησίες! 

 

 «Και δεν έβλεπε την ώρα ν’ ανακοινώσει την ανακάλυψή του στη γυναίκα του και στα παιδιά του»: κλειστός τύπος (έκτο κρατούμενο). Δεν μοιράζεται τη χαρά του με κανένα συνάδελφό του, παρά μόνο με τα πολύ αγαπητά του πρόσωπα. Και γι’ αυτό και καλός οικογενειάρχης (έβδομο κρατούμενο).

 Και καθώς αρχίζει η δεύτερη υποενότητα (ή σκηνή) της πρώτης ενότητας του αποσπάσματος παρακολουθούμε τον ήρωα να αποκαλύπτει στα μέλη της οικογένειάς του το μυστικό του «καθώς έτρωγαν το φτωχικό τους γεύμα». Η λέξη φτωχικό ξεκλειδώνει τη μυστικοπάθεια – τρόπος του υπερβολικώς λέγειν- του ήρωα. Μάλλον- παρά τα επιδόματα και τις ωριαίες αποζημιώσεις- την οικογένεια την έκοβε λόρδα, γι’ αυτό ο έρημος ο οικογενειάρχης ήθελε να πει το μεγάλο μυστικό μόνο στα αγαπημένα πρόσωπα. 

 

 §6. «Και περιέγραψε με θέρμη στα μικρότερα παιδιά, που δεν ήξεραν τι ήταν τα μανιτάρια, την ομορφιά των διαφόρων ειδών, τη λεπτή τους γεύση και το πώς έπρεπε να μαγειρευτούν»: ο ήρωας, εκτός από πολύτεκνος (ένατο κρατούμενο) είναι και καλός γνώστης των μανιταριών. Γνωρίζει πολλά είδη μανιταριών και μάλιστα και ποιος τρόπος μαγειρέματος ταιριάζει στο κάθε είδος! Αν και υπερβολή, για χάριν συντομίας ας τον χαρακτηρίσουμε μανιταρολόγο (όγδοο κρατούμενο).  

 «Έτσι», δηλαδή με τη θέρμη στην περιγραφή και τις πολλές και τόσο ειδικές γνώσεις του «…παρέσυρε στη συζήτηση και τη γυναίκα του, τη Ντομιτίλα, που ως εκέινη τη στιγμή», επειδή ακριβώς ήξερε με ποιον είχε να κάνει «ήταν μάλλον δύσπιστη και αμέτοχη» και γι’ αυτό ο αφηγητής, μολονότι μας ενημερώνει ότι η Ντομιτίλα μπήκε στη συζήτηση, δεν μας φανερώνει τι ακριβώς είπε. Ίσως τα λόγια της να ήταν ακατάλληλα ακόμα και για ενηλίκους, οπότε καλώς τα παρέλειψε.  

 «Και πού είναι αυτά τα μανιτάρια;, ρώτησαν τα παιδιά. Πες μας πού φυτρώνουν!» (Η στίξη όπως στο κείμενο) Προφανώς τα παιδιά του Μαρκοβάλντο, ενώ έχουν έναν τόσο ενημερωμένο περί τα μανιτάρια πατέρα, δεν έχουν ξανακούσει τι είναι. Συμπεραίνουμε ότι ο πατέρας ενημερώνει σταδιακά τα παιδιά του για τα βρώσιμα είδη κάθε φορά που επίκειται γεύμα. Έχει προφανώς τη μέθοδό του. Επίσης παρατηρούμε ότι τα μικρότερα παιδιά είναι κανονικά παιδάκια που έχουν όπως όλα τα κανονικά παιδάκια, απορίες. Για να δούμε λοιπόν ποια απάντηση και γιατί δίνει αυτός ο πατέρας στην απορία των μικρών παιδιών του.

 

  § 7. «Στην απορία αυτή μια καχύποπτη σκέψη συγκράτησε τον ενθουσιασμό του Μαρκοβάλντο: «Αν τους πω το μέρος, θα μαζέψουν μια συμμορία αλητάκια, θα παν να τα βρουν, θα μαθευτεί στη γειτονιά και τα μανιτάρια θα καταλήξουν σε ξένες κατσαρόλες!».–Το μέρος των μανιταριών το ξέρω εγώ και μόνο εγώ, είπε στα παιδιά του, κι αλίμονό σας αν σας ξεφύγει κουβέντα». Εδώ έχουμε έναν πατέρα που, αντί να χαίρεται για το ενδιαφέρον που δείχνουν τα παιδιά του γι’ αυτό που τους είπε- δίδαξε, από ενθουσιώδης (δέκατο κρατούμενο) μετατρέπεται σε άνθρωπο καχύποπτο (ενδέκατο)και συγκρατημένο (δωδέκατο).

Στη συνέχεια (σαν)ξένοιαστος, ελεύθερος και ωραίος – και σίγουρος – συνειδητοποιεί το παρ’ ολίγον ολίσθημα να φανερώσει στα παιδιά του πού ξεφύτρωσαν μανιτάρια μέσα στο τσιμέντο της πόλης, διότι τα παιδιά του είναι μέλη συμμορίας αλητών – δεν διευκρινίζει ο αφηγητής αν πρόκειται για τα μεγάλα ή τα μικρά παιδιά του πολυτέκνου- και ως συμμορία τι άλλο θα κάνει παρά να επιδοθεί σε μία ακόμα κλοπή, οπότε μανιτάρια τέλος. (Η συνέχεια περί της συμμορίας προβάλλεται με τη μορφή θερμών επεισοδίων από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια με τίτλο ‘Οι θησαυροί της Βέροιας’).

Ψύχραιμος (δέκατο τρίτο κρατούμενο) (σαν) πατέρας, αλλά και (σαν) ευαισθητοποιημένο άτομο περί τα περιβαλλοντικά νιώθει μια ζήλεια (ζηλιάρης, το δέκατο τέταρτο) και έναν φόβο (δέκατο πέμπτο), πλας και δυσπιστία (δέκατο έκτο). 

 «Έτσι…» ενθυμούμενος δηλαδή ότι τα παιδιά του είναι αλήτες «… η ανακάλυψη εκείνη, που του είχε γεμίσει την καρδιά με αγάπη για όλο τον κόσμο…» δηλαδή μόνο για την οικογένειά του στην αρχή, αλλά, μετά την αποκάλυψη για τα μανιτάρια, μόνο για τον εαυτό του (ή μπορεί και για τη γυναίκα του), «… τώρα του δημιουργούσε τη μανία της ιδιοκτησίας, τον τύλιγε μέσα σ’ ένα ζηλότυπο και δύσπιστο φόβο.» Έγινε δηλαδή ξαφνικά μανιακός μοναχοφαγάς (δέκατο έκτο κρατούμενο). 

 

 Ειρήσθω εδώ εν παρόδω ότι σε περίπτωση που διδάσκουμε το απόσπασμα στα παιδιά της πρώτης γυμνασίου πρέπει να τους εξηγήσουμε (απαντώντας έτσι και στη δεύτερη από τις ερωτήσεις του βιβλίου) για να γίνει κάποιος μανιακός δεν χρειάζεται και τίποτα το καταπληκτικό… απλή συνταγή: παίρνουμε μισό κιλό χόμπι, δύο κρασοπότηρα ενθουσιασμό, μια κουταλιά της σούπας ευαισθησία, ξύσμα αγάπης για όλον τον κόσμο, ένα φακελάκι όλα τα μέλη της οικογένειά ς μας τα ανακατεύουμε με δύο ως δυόμισι πακέτα καχυποψίας για όλες τις χρήσεις – όσο πάρει που λένε οι συνταγές- και βάζουμε το μείγμα στο φούρνο. Η μανία είναι έτοιμη σε λιγότερο από μία ώρα. 

 

 Και το επιστέγασμα! «Αλίμονό σας αν σας ξεφύγει κουβέντα». Εδώ ο ήρωας απευθύνεται στα παιδιά του σαν πατέρας και ως μανιακός, ως αυταρχικός και μανιοκαθλιπτικός. Το ότι πιστεύει ακραδάντως ότι τα αναμενόμενα μανιτάρια γνωρίζει μόνο αυτός σε ποιο μέρος κυοφορούνται, το αφήνουμε ασχολίαστο. Και μη χειρότερα! 

 

 § 8. Ευτυχώς που την άλλη μέρα στον έλεγχο που έκανε βρήκε τα μανιτάρια στη θέση τους, γιατί διαφορετικά – αν, παρ’ ελπίδα κάποιος σκόνταφτε απάνω τους και τα έκοβε π.χ.- τα παιδιά δεν τα ξέπλενε ούτε ο εκτετραμμένος Αχελώος! 

 

 § 9. «Εκεί που ήταν γονατισμένος, ένιωσε κάποιον πίσω του. Μονομιάς σηκώθηκε και προσπάθησε να παραστήσει τον αδιάφορο. Ένας οδοκαθαριστής τον κοίταζε στηριγμένος στη σκούπα του»: ωραία εικόνα. Ο μανιακός μανιταροσυλλέκτης στα τέσσερα μπροστά σε ένα δέντρο και πίσω του αραγμένος πάνω στη σκούπα του ένας οδοκαθαριστής. Πολύ επιτυχημένη η χρήση της λέξης γονατισμένος, γιατί μ’ αυτήν φανερώνεται σε αντίθεση η τάχα μου τάχα μου αδιάφορη κίνηση του ήρωα που σηκώνεται από τα τέσσερα μέσα στη μέση του δρόμου για να παραπλανήσει τον οδοκαθαριστή. Εδώ ο ήρωας χαρακτηρίζεται έξυπνος και πονηρός (δέκατο έβδομο κρατούμενο) ο συγγραφέας και αφηγητής παρουσιάζουν τα πράγματα σαν καλοί γνώστες της ψυχολογίας, ο δε μεταφραστής ένας άψογος διερμηνέας… Ο οδοκαθαριστής από «ένας», κάποιος, τις … 

 

 § 10. Γίνεται «αυτός», συγκεκριμένος και «λεγόταν Αμάντιτζι». Η σκούπα φταίει που έπεσε πρώτη στο οπτικό πεδίο του ήρωα καθώς ήταν μπρουμουτισμένος στα τέσσερα. Ήταν ο Αμάντιτζι λοιπόν αυτό το καθίκι που του την έδινε στα νεύρα.

«…και ο Μαρκοβάλντο τον αντι παθούσε από καιρό, ίσως για εκείνα τα γυαλιά του που ξεψάχνιζαν την άσφαλτο των δρόμων, για να βρουν ίχνη της φύσης και να τα σβήσουν με τη σκούπα». Και είχε δίκιο και δίκαια τον χαρακτηρίζουμε και εμείς καθίκι διότι, δεν περιοριζόταν στο να σκουπίζει τις άκρες στα πεζοδρόμια που μαζεύονται όλα τα σκουπίδια, παρά έσκαβε τους δρόμους, σήκωνε την άσφαλτο και έψαχνε από κάτω το χώμα να δει μήπως εκεί υπάρχουν ίχνη της φύσης – τίποτα μυρμήγκια, σκουλικάκια, καμιά κατσαρίδα, τίποτα σπόρια….- να τα ξεκάνει αμέσως με τη σκούπα! -Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια; -Για να βλέπω καλά, παιδί μου! – Και γιατί έχεις τόσο μεγάλο στόμα! -Για να σε φάω, παιδί μου! 

 

  § 11. Έτσι, δηλαδή ή πολύ πεινασμένος ή σε κατάσταση μανιοκαθλιπτικής κρίσης ο ήρωάς μας «πέρασε την ημιαργία του τριγυρίζοντας δήθεν…», προσοχή το δήθεν παίζει εδώ όλη την παράσταση, «…άσκοπα κοντά στην πρασιά, παρακολουθώντας από μακριά τον οδοκαθαριστή και τα μανιτάρια και υπολογίζοντας πόσο καιρό ήθελαν να μεγαλώσουν»: ήταν λοιπόν και κοντά στην πρασιά, αλλά και μακριά από τον οδοκαθαριστή και τα μανιτάρια! Και αντί να υπολογίζει πόσα λεφτά θα πάρει από τα επιδόματα και πώς θα αγοράζει ψωμάκι να φάνε τα παιδάκια του, αυτός λογάριαζε πότε θα βγουν τα μανιτάρια. Άρμεγε και κούρευε!  

 

Ο Σολωμός το είπε καθαρά: για να είναι κάποιος άξιος συγγραφέας δεν φτάνει να έχει φαντασία και πάθος. Χρειάζεται και την ικανότητα να τα υποτάσσει στην ουσία της Τέχνης. Και όταν ένα έργο δεν έχει τη βαρύτητα του «αληθινού», δεν είναι Τέχνη. 

 

 Τέλος, για να μην τραβήξουμε άλλο τα πράγματα, ότι στην § 12 υπάρχει παρομοίωση αντιθετική (όπως οι αγρότες έτσι ο Μ. ήταν ο μόνος), ότι ο Μαρκοβάλντο πήρε τα παιδιά του και αξημέρωτα Κυριακάτικα τρέχανε στα μανιτάρια, ότι το ίδιο έκανε κι ο οδοκαθαριστής που παρουσιάζεται για δεύτερη φορά στο κείμενο σαν φάντασμα, σαν τον Σαλιέρι που παρακολουθεί τον Αμαντέους, ότι ο ήρωάς μας στην § 14 λύσσαξε, ότι- στην ίδια παράγραφο- ξαφνικά μέσα στην αξημέρωτη Κυριακή βρέθηκε πολύς κόσμος στη στάση, ότι μετά βρέθηκαν χιλιάδες μανιτάρια που δεν ήξερε ο κόσμος πού να τα βάλει (πώς του διέφυγαν του ήρωα που άλλη δουλειά δεν έκανε από το να παρατηρεί που φύεται τι!), που κάποιος ήθελε να τα φάνε όλοι μαζί παρέα, αλλά κανένας δεν τον άκουσε ( έπαθε η πόλη ξαφνική υστερία κοινωνικότητας) – ούτε βέβαια και ο λυσσασμένος Μαρκοβάλντι- και ότι όλοι καταλήξανε στο νοσοκομείο, συμπεριλαμβανομένου και του μανιταρολόγου Μαρκοβάλντι (πού να μην ήξερε κι από μανιτάρια δηλαδή!!), αφήνουμε τον αναγνώστη να σχολιάσει.

Όσο για την αρίθμηση εντός των παρενθέσεων την αφήσαμε για όποιον θέλει να μαζέψει τους χαρακτηρισμούς και να σχηματίσει έτσι την προσωπικότητα που καλούνται να γνωρίσουν οι μαθητές της πρώτης του Γυμνασίου. 

 

 Εμείς όχι σαν εκπαιδευτικοί και σαν φιλόλογοι, αλλά ως κοινός νους λέμε ότι το κείμενο αυτό είναι ακατάλληλο για διδασκαλία, δεν προσφέρεται για την επίτευξη ούτε των Γενικών Στόχων όπως διατυπώνονται στη σελίδα 7 του Βιβλίου του Εκπαιδευτικού ούτε των ειδικών όπως ορίζονται στη σελίδα 13 και αιτούμεθα από τον εκδότη να μας προσλάβει ως διορθωτές των υπό έκδοση κειμένων του εκδοτικού του.

Όσο για το Π.Ι. αιτούμεθα να είναι προσεκτικότερο στις αναθέσεις του. Μεθ’ υμών ο Θεός!

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: