Faethoussa’s Weblog

Ἔπη ἔρποντά τε καὶ αἰνιττόμενα, νήπιά τε καὶ ἀφηρημένα καὶ ποτε πτερόντα.

Σκιάζαροι έντρομοι καραμπουζουκλήδες.

Posted by faethoussa στο Μαρτίου 21, 2008

                                           « Αποξένωση

Μιλώντας στον καφενέ για τις παλιές  Αποκριές  αποδείχθηκε πως, όσοι τις ζήσαμε, τις νοσταλγούμε. Γιατί  τότε ο άνθρωπος ήταν άνθρωπος, ο συγγενής συγγενής και ο φίλος φίλος.

Δυστυχισμένοι  οι καιροί. Η ανέχεια αυτοκρατόρισσα. Όμως το κέφι κέφι και το γλέντι γλέντι. Άνοιγε η καρδιά μας τις πόρτες της και ξεχυνόταν η μοσκοβολιά της αγάπης. Όμοια με τη μοσκοβολιά του Παυλικού ύμνου. 

 Στο σπίτι του παππού μαζευόταν το σόι. Τ’ αδέλφια του, τ’ ανίψια του,  οι γιοί του, οι θυγατέρες, γαμπροί και νύφες. Κι ένα σμάρι εγγονοί κι εγγονές.  Κοινό τραπέζι με φαγητά που το κάθε σπίτι  τα κουβαλούσε εκεί.  Ποικιλίες να δεις. Γεύσεις και αρώματα. Μακαρονάδες, λουκάνικα, τσιγαρίδες και καπαμάδες. Σαλάτες, πίτες, γλυκά, πλούσια τα ελέη! Κρασιά διαλεχτά! Τρώγαμε όλοι, ξεστομίζαμε ευχές  εγκάρδιες και ακολουθούσε  τρικούβερτο γλέντι. Με δημοτικά αλησμόνητα. Με λιανοτράγουδα ρομαντικά. Με  ασίκηκα βαριά  ρεμπέτικα. Κι ύ στερα τα’ αθυρόστομα με  τα υπονοούμενα. Να λύνεται το αφάλι από τοα γέλια.  Και  να   ’ρχονται  κι οι μορέτες. Συγγενείς  μακρινοί μασκαράδες. Άλλος ντυμένος  ζουμπόγρια, άλλος σπασμένος, άλλος  οξαποδός και άλλος  Δεσπότης. Ευχές  και  πιώματα. Ευχές και τραγούδια περιπαικτικά με βρωμόλογα :  «Ρε θεία μου   Νικολάκαινα και παρανικολάκαινα. Το  ’να μου νύχι  πονεί…». Τέτοια. 

 Και σήμερα τι; Ξεσεμπρούμ σέμπρουν. Ούτε σόγια ούτε  συγγενείς ούτε συνάξεις. Ο καθένας μόνος. Γιατί είναι  εποχή  του «όσους κλείνει η πόρτα σου. και για τους  παραπέρα γαία πυρί  μειχθήτω». Τρώμε μόνοι. Πίνουμε  μόνοι. Βγαίνουλμε σε καμιά ταβέρνα. Ξένοι κι απόξενοι. ‘ερχονται μασκαράδες  με φάτσα αποκρουστική. Άλλος σφάχτης, άλλος μπόγιας, άλλος  Ρωχάμης, άλλος  Χάρος. Άγνωστοι. Εφιαλτικοί. Ανώνυμοι. 

 Όσοι δεν αντέχουμε τη δαπάνη για την ταβέρνα,  αποκαρωνόμαστε στη θέαση της ζωής  που προβάλλει το γυαλί της Τιβή. Με της ημίγυμνες, τις μερακλούδες, τις καραμπουζουκλούδες. Σιγά σιγά γυαλίζει το μάτι μας, παχνιάζει από νύστα, βαραίνουν τα βλέφαρα και  αποκοιμόμαστε. Το ροχαλητό δίνει και παίρνει . Ρε, πώς μας κατάντησαν.

Και πού είναι ο αυθορμητισμός μας, η ανοιχτή καρδιά, η ρωμέικη;  Πού είναι η επικοινωνία. Πού είναι η αγάπη;  Κέρινες κούκλες,  μαρμακιασμένες κοιτάμε ο ένας τον άλλο,  και δεν καρτεράμε χτύπο στην πόρτα.  Να  ’ρθει ο γερο- Κώστας  με την κουτάλα φαλλό που την τίναζε και σκορπούσε στάχτη. Που χόρευε τραγουδώντας «Κι αμολάει το φυσούνι, παν τα σπίτια παν οι φούρνοι…»! 

 Έχουμε χάσει μεγάλα, πολύ λαμπερά  κομμάτια  της  ελληνικής  ψυχής μας. Καταντήσαμε σκιάζαροι. Αγέλαστοι. Αμίλητοι και ασάλευτοι. Έντρομοι. Μπας και χτυπήσει η  πόρτα και δεν μπουν μασκαράδες, αλλά μασκοφόροι ληστές. Ημεδαποί ή αλλοδαποί…! 

Θεέ μου! Τι κατάντι είναι τούτο;». 

 Αναδημοσίευση  του  άρθρου ‘Αποξένωση’  του Χρ. Δ. Πλακονούρη, από την εφημερίδα  ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ( Πέμπτη  6 Μαρτίου 2008, σελίδα 2, αρ. φύλλου 906, στήλη «ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ»). 

Sorry, the comment form is closed at this time.

 
Αρέσει σε %d bloggers: